user_mobilelogo

Ιστορία Τέχνης

  •     Τον 16ο αιώνα, η εκκλησία, με αφορμή την εξάπλωση της Μεταρρύθμισης, αναγκάστηκε να ανασυγκροτήσει τις δυνάμεις της. Με νέα μέσα επιβολής, τη δραστηριοποίηση της Ιεράς Εξέτασης, το Τάγμα των Ιησουϊτών, αλλά και την τέχνη, η παπική εξουσία περνά στην αντεπίθεση με γνώμονα τις αρχές της Αντιμεταρρύθμισης και την επικράτηση μιας γενικής ανελευθερίας.

        Η θρησκευτική θεματολογία εμπλουτίστηκε. Εκτός από τα γνωστά και στο παρελθόν επεισόδια της Καινής και της Παλαιάς Διαθήκης, συναντάμε θέματα που αναφέρονται στη λατρεία των μαρτύρων της πίστεως, σε μυστήρια της εκκλησίας και σε μυστικιστικά οράματα. Επίσης η θρησκευτική τέχνη του Μπαρόκ, προωθώντας στο μεγαλύτερο μέρος της το Ρωμαιοκαθολικό δόγμα, δίνει πληθώρα έργων που αναφέρονται στην αντίθετη προς τον Προτεσταντισμό, Άμωμη Σύλληψη της Παναγίας[1]. Από την άλλη πλευρά, η απεικόνιση θεμάτων άσεμνων, αιρετικών ή άσχετων ως προς το σκοπό της συμμετοχής των πιστών στη πίστη και την ευλάβεια, απαγορεύτηκε.

  •       Η σχέση καλλιτέχνη και παραγγελιοδότη, επηρέαζε άμεσα τη μορφή του τελικού έργου κατά την περίοδο της Αναγέννησης. Για μια πλούσια οικογένεια ευγενών, για μια συντεχνία εμπόρων ή χρυσοχόων, η δωρεά μιας εικόνας για την Αγία Τράπεζα (altarpiece), ή ενός κύκλου νωπογραφιών για ένα παρεκκλήσι, δεν ήταν εύλογη μόνο για τους “αγνούς” θρησκευτικούς λόγους, αλλά και για το κοινωνικό γόητρο και τη δόξα. Ήταν μια πράξη αξιοσημείωτη, σχετικά οικονομική και πάνω απ’ όλα αντιπροσωπευτική  της περηφάνιας και του κοινωνικού επιπέδου των πατρώνων, όπως επίσης και της αλληλεγγύης τους προς την κοινωνική τάξη πραγμάτων της σύγχρονης πόλης[1]. Λαμβάνοντας τα παραπάνω υπόψη, είναι εύλογο να συμπεράνουμε, ότι μία επί της ουσίας διάκριση μεταξύ “δημόσιου” και ”ιδιωτικού” δεν αρμόζει στη λειτουργία της ζωγραφικής κατά την Αναγέννηση[2].

  •     Η Pop Art γεννήθηκε στα τέλη της δεκαετίας του ’50 στο Λονδίνο. Ο όρος Pop (δημοφιλής) χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά το 1958 από τον Βρετανό κριτικό τέχνης Lawrence Alloway και καθιερώθηκε λίγο αργότερα, όταν η καλλιτεχνική τάση έγινε ευρύτερα γνωστή και στην Αμερική.  

        Η δεκαετία του ’60 εγκαινιάζει νέες σύγχρονες ανθρώπινες ανησυχίες, τόσο σε κοινωνικό όσο και θεωρητικό επίπεδο. Μαζική παραγωγή και κατανάλωση αγαθών, ραγδαία ανάπτυξη τεχνολογιών και δικτύων επικοινωνίας, πιο ελεύθερη και ‘δημοκρατική’ διακίνηση ιδεών, συνθέτουν το σκηνικό της σύγχρονης ‘δυτικής’ κοινωνίας, και αποδυναμώνουν τα υπάρχοντα πολιτισμικά όρια[1]. Στo πλαίσιο λοιπόν αυτής της ταραχώδους εποχής, σε κοινωνικό[2] αλλά και θεωρητικό επίπεδο, καθώς επίσης και σε επίπεδο πρακτικής, συντελείται και μία μεγάλη αλλαγή στις συνθήκες παραγωγής και διάδοσης του έργου τέχνης. Νέα μέσα χρησιμοποιούνται για τη δημιουργία και τη διακίνησή του και νέα κριτήρια αξιολόγησης κάνουν την εμφάνισή τους.

  •     Βρισκόμαστε στο κατώφλι του 20ου αιώνα, όταν το 1900 o νεαρός Ισπανός Pablo Picasso επισκέπτεται για πρώτη φορά το Παρίσι. Βρίσκεται στη μητρόπολη των τεχνών, στην καρδιά της Belle Epoque και είναι μόλις 19 ετών. Όλα γύρω του είναι καινούργια και γεμάτα ζωντάνια. Το Παρίσι ακολουθεί την εναγώνια συμβουλή του τεθνεώτος Baudelaire, μεθάει με αψέντι, μουσική, χορό και έρωτα[1].  

        Αυτή την πρώτη του φορά στο Παρίσι θα παραμένει δύο μόλις μήνες. Μήνες δύσκολοι, αλλά ο ‘ξένος’ και φτωχός Picasso βιάζεται να γνωρίσει από κοντά τις κατακτήσεις των Γάλλων μετεμπρεσιονιστών ζωγράφων. Όπως ο Edouard Manet (εικ.1), ο Edgar Degas (εικ.2), ο Henri de Toulouse - Lautrec (εικ.3) και άλλοι Γάλλοι ζωγράφοι, ο Picasso εντυπωσιάζεται από τις σύγχρονες διασκεδάσεις στα καφέ και τα καμπαρέ, αλλά και από το δημοφιλέστερο ποτό της εποχής, το αψέντι.

  •     Η απεικόνιση του τοπίου επανέρχεται δυναμικά στο προσκήνιο τον 19ο αιώνα, ύστερα από την χρυσή εποχή της φλαμανδικής τέχνης του 17ου αιώνα και την γλυκερή της παρουσίαση από τους καλλιτέχνες του Ροκοκό. Το ενδιαφέρον των καλλιτεχνών σταδιακά μετατοπίζεται από τα ιστορικά, αλληγορικά και διδακτικά θέματα, που επέβαλε η επίσημη τέχνη των Ακαδημιών, στην προσωπική εμπειρία και την έκφραση του υποκειμενικού συναισθήματος, ενώ η ματιά τους έλκεται από την απλή και καθημερινή πραγματικότητα.

       Προσωπογραφίες, επίκαιρα γεγονότα, αλλά και τοπία απεικονίζονται μέσα από το υποκειμενικό πρίσμα του εκάστοτε καλλιτέχνη. Η συμβολή του αντιφατικού και τόσο διαφορετικού στις εκφάνσεις του από χώρα σε χώρα Ρομαντισμού, στην ανάδειξη της σημασίας της τοπιογραφίας, ήταν καθοριστική.

  •     Η ανάδειξη της προσωπικότητας του ατόμου και η βεβαιότητα για την αυτάρκη φύση του ανθρώπου, χαρακτηριστικά συνυφασμένα με την αναγεννησιακή αντίληψη, λέγεται ότι σηματοδοτούν το ξεκίνημα του σύγχρονου κόσμου. Όπως παρατηρεί ο John Pope-Hennessy “είναι αναμφίβολα αυτά τα στοιχεία που σηματοδοτούν το ξεκίνημα της σύγχρονης προσωπογραφίας”[1]. Σε μία κοινωνία όπου για πρώτη φορά ο άνθρωπος φαίνεται να ελέγχει συνειδητά, με τις δικές του δυνάμεις τη φύση και το πεπρωμένο και μ’ αυτό τον τρόπο να αγωνίζεται για τη δημιουργία και την προσωπική του κοινωνική άνοδο, είναι αναμενόμενο να συναντάμε και την αγάπη για την προσωπογραφία. Η άνθιση της προσωπογραφίας δεν αντανακλά μόνο αυτή την πίστη του ατόμου στις δικές του ιδιαίτερες δυνάμεις και ικανότητες, αλλά και την αφύπνιση του ενδιαφέροντος για τα ανθρώπινα κίνητρα, τον χαρακτήρα και τα συναισθήματα.

  •    Ο μύθος παρείχε από την περίοδο της Αναγέννησης και του Μανιερισμού, την ευκαιρία στους καλλιτέχνες να αποδώσουν το γυμνό ανθρώπινο σώμα, επικαλούμενοι την ύπαρξη κάποιου βαθύτερου νοήματος με ηθικοπλαστικό, διδακτικό χαρακτήρα. ‘Έγινε ένα σύμβολο γνώσης, όχημα των καλλιτεχνών προς την απελευθέρωση των ιδεών και της φαντασίας. Μιας φαντασίας αντίπαλης της προόδου της επιστήμης και του ανερχόμενου θετικισμού, η οποία παρότι τελικά λειτούργησε συχνά προς όφελος της εκκλησίας, εξέφραζε τις αντιλήψεις της νέας αστικής κοινωνίας. Οι ηρωίδες του μύθου επελέγησαν, από τους καλλιτέχνες του Μπαρόκ, τόσο για να απεικονίσουν τη φυσική ομορφιά, όσο και για να διδάξουν μέσα από την απεικόνιση συγκεκριμένων επεισοδίων, την ορθή απονομή δικαιοσύνης και άλλες αρετές, όπως η σύνεση, η πίστη, η σωφροσύνη κλπ.

  •    Ο Φουτουρισμός είναι ένα ιταλικό κίνημα της πρωτοπορίας, που ιδρύθηκε το 1909 από τον ποιητή Filippo Tomaso Marinetti (1876-1944). Εκτός από τη ζωγραφική, σταδιακά συμπεριέλαβε τη γλυπτική, την αρχιτεκτονική, τη μουσική και τον κινηματογράφο. Χαρακτηρίζεται έντονα φιλολογικό, καθώς ο λόγος δεν χρησιμοποιήθηκε απλώς για να εξηγήσει ή να υποστηρίξει τις προθέσεις των καλλιτεχνών, αλλά ήταν μαχητικός, δογματικός, συχνά εξτρεμιστικός και πάντοτε απολαυστικός στην ανάγνωση. Άλλωστε, για την περίπτωση του Φουτουρισμού, ο λόγος προϋπήρξε των πράξεων και αρθρώθηκε από το ξεκίνημα του κινήματος από έναν ποιητή. Η δεινότητα του Marinetti να χειρίζεται τα μέσα της εποχής και ο δυναμισμός της έκφρασής του, ήταν αυτά που έκαναν το νέο κίνημα γνωστό σε όλη την διανόηση της εποχής. Ο Φουτουρισμός μέσα από πολλά μανιφέστα, στηρίχθηκε στη δύναμη των λέξεων, απευθύνθηκε στο ευρύ κοινό και διέδωσε τη σκέψη του ταχύτατα σε όλα τα μητροπολιτικά κέντρα της Ευρώπης.

  •    Ο 17ος αιώνας είναι ο αιώνας των ανατροπών και των μεταρρυθμίσεων, της παραφοράς και της υπερβολής. Μόνο η τέχνη του Μπαρόκ θα μπορούσε να εκφράσει, τον αναβρασμό και την ανομοιογένεια αυτής της περιόδου. Οι πολιτισμικές, πολιτικές και θρησκευτικές διαμάχες της εποχής, διαμόρφωσαν μία τέχνη διαφορετική ως προς τις καταβολές και τους στόχους, από χώρα σε χώρα.

       Ο 16ος αιώνας και η εικονοκλασία της Μεταρρύθμισης, είχαν κατά κύριο λόγο, αρνητική επίδραση στο χώρο της τέχνης. Οι θρησκευτικοί πίνακες και τα γλυπτά απομακρύνθηκαν από τις προτεσταντικές εκκλησίες και οι καλλιτέχνες έχασαν μία από τις κυριότερες, ανά τους αιώνες, πηγή εσόδων. Η Ρωμαιοκαθολική όμως εκκλησία κατορθώνει, να ανακόψει την περαιτέρω εξάπλωση του Προτεσταντισμού και να προωθήσει τις αρχές της Αντιμεταρρύθμισης. Με ανανεωμένη αίσθηση εμπιστοσύνης, η Αγία Έδρα και το Τάγμα των Ιησουϊτών, αντιτάχθηκαν στην αυστηρότητα του Λούθηρου και του Καλβίνου, με τη Σύνοδο του Τριδέντου (1545-1563).

  •    Ο Leonardo di ser Piero da Vinci (1452-1519), νόθος γιος του Piero Fruosino di Antonio da Vinci, ενός Φλωρεντινού συμβολαιογράφου, γεννήθηκε το 1452, στη μικρή πόλη Vinci της Τοσκάνης. Το 1472, σε ηλικία 20 ετών, εγκαταστάθηκε στη Φλωρεντία, ως μέλος της Αδελφότητας του Αγίου Λουκά[1]. Στη Φλωρεντία έμεινε μέχρι το 1482 ή το 1483, οπότε και εγκαταστάθηκε στο Μιλάνο. Εκεί παρέμεινε μέχρι το 1499, έτος εισβολής των Γάλλων κατακτητών στην πόλη, δουλεύοντας κυρίως στην αυλή του Δούκα Ludovico Sforza (il Moro). Στην περίοδο αυτή αποδίδονται πολλά έργα του όπως ο Ευαγγελισμός, η προσωπογραφία της Ginevra de' Benci, η Παναγία των βράχων (που υπάρχει σε δύο παραλλαγές) και η Προσκύνηση των Μάγων. Η βασική καλλιτεχνική ενασχόλησή του, στο Μιλάνο ωστόσο, ήταν ένα άγαλμα του πατέρα του Ludovico Sforza, το οποίο δεν πραγματοποιήθηκε και η πασίγνωστη τοιχογραφία του Μυστικού Δείπνου, στην τραπεζαρία της Santa Maria delle Grazie του Μιλάνου.

  •    Ο όρος εξπρεσιονισμός (με πεζό ‘ε’) χρησιμοποιείται στην ιστορία, την κριτική της τέχνης, αλλά και στον καθημερινό λόγο για να δηλώσει την εκφραστικότητα. Όταν αποκαλούμε κάποιον "εξπρεσιονιστή", θέλουμε να τονίζουμε με μια λέξη την έντονη ανάγκη του να εκφράσει τον εαυτό του, τον εσωτερικό του κόσμο. Πιο συγκεκριμένα, για την τέχνη, ο όρος Εξπρεσιονισμός αναφέρεται σε μια τάση της σύγχρονης ευρωπαϊκής τέχνης που παρουσίασε έντονη δράση την δεκαπενταετία 1905-1920, ενώ εμφανίστηκε ξανά μετά τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο, χωρίς ουσιαστικά να εκλείψει, τόσο στις εικαστικές τέχνες, όσο στη λογοτεχνία ακόμη και τον κινηματογράφο μέχρι τις μέρες μας. Σε αντίθεση με τα σύγχρονά του κινήματα, τα οποία ανθούν στη Γαλλία την ίδια εποχή, ο Εξπρεσιονισμός, έχει ως κέντρο του τη νεοσύστατη Γερμανία[1]. Εδώ οι καλλιτέχνες δεν έχουν τη μακρά παράδοση του Salon και του Ακαδημαϊσμού, ούτε το ένδοξο πρόσφατο παρελθόν των Ρεαλιστών και των Εμπρεσιονιστών.

  •    Η μελέτη της αρχαιότητας κατά τη διάρκεια του 15ου αιώνα, οδήγησε στην αλλαγή του πνευματικού και κοινωνικού επιπέδου του καλλιτέχνη. Δεν είναι πλέον ένας τεχνίτης, μέλος μιας μεσαιωνικής συντεχνίας, αλλά ένας διανοούμενος που καλείται να αποκτήσει ορθή γνώση των ουμανιστικών ιδεών ούτως ώστε όχι μόνο να τέρψει, αλλά και να διδάξει τους θεατές με τα έργα του. “Εμφανίζεται τώρα μια αυξανόμενη ζήτηση πολύπλοκων, πολυδάπανων και, τρόπον τινά, “μοναδικών” έργων που δεν θα φέρουν απλώς τη σφραγίδα της τεχνικής, επαγγελματικής δεξιότητας μια ομάδας ανώνυμων κατασκευαστών, αλλά θα είναι ταυτόχρονα αποτέλεσμα της “δημιουργικής σύλληψης” ενός και μόνο μεγαλοφυούς και, υποτίθεται, ελεύθερου από τους πάσης φύσεως συντεχνιακούς, επαγγελματικούς περιορισμούς, ατόμου-δημιουργού”[1]. Αφομοιώνοντας τη γνώση που τους παρέχει το παρελθόν και τροποποιώντας την παράδοση με σεβασμό, οι καλλιτέχνες έγιναν από απλοί χειρώνακτες ταυτόχρονα και θεωρητικοί, για να εργαστούν προς μία νέα κατεύθυνση με απώτερο στόχο την αναβίωση των ελευθέριων τεχνών και ιδιαίτερα την ανάδειξη της υποτιμημένης ζωγραφικής[2].

  •    Η βασικής σημασίας ιδέα της Αναγέννησης του κλασικού πολιτισμού ύστερα από μια μακρά περίοδο σκοτεινών χρόνων, την οποία αποκαλούμε Μεσαίωνα, είναι στην ουσία ένας μύθος που δημιουργήθηκε από τους λόγιους του 14ου και του 15ου αιώνα και εξελίχτηκε από διανοούμενους των χρόνων που ακολούθησαν. Οι Αναγεννησιακοί αντιλαμβάνονται την εποχή τους ως μία εποχή αφύπνισης, όχι μόνο των κλασσικών γραμμάτων, αλλά και των πλαστικών τεχνών[1]. Ο Giorgio Vasari (1511-1574) έγραφε στους Βίους των επιφανέστερων Ιταλών ζωγράφων, γλυπτών και αρχιτεκτόνων: “Η μοίρα των τεχνών είναι ανάλογη μ’ εκείνη του ανθρώπινου σώματος: γέννηση, ωρίμανση, γήρανση, θάνατος. Σήμερα μπορεί κανείς να διαπιστώσει πιο εύκολα τη νέα γέννηση της τέχνης και τη τελειότητα στην οποία έχει φτάσει και πάλι”[2]. Η σκέψη του Vasari ήταν ιδανική για τους θετικιστές του 19ου αιώνα και τη θεμελίωση της έννοιας του σύγχρονου ανθρώπου, ο οποίος με εμπιστοσύνη στη διανοητική και φυσική του δύναμη, μπορεί να ελέγξει το πεπρωμένο.