Ο Αμεντέο Μοντιλιάνι, από «καταραμένος ζωγράφος» εν ζωή, γίνεται ένας μύθος της καλλιτεχνικής έκφρασης μετά τον θάνατό του. Ένας άνθρωπος ελεύθερος, που διψούσε για ανεξαρτησία, ικανός να βρει τον δρόμο του με αυτονομία και πείσμα, παρά τις επισφαλείς συνθήκες τόσο της υγείας όσο και της οικονομικής του κατάστασης.

Modigliani Jeanne Hebuterne 1918 Norton Simon Art FoundationΕκατό χρονιά πριν, έναν κρύο παρισινό Ιανουάριο, στα τριάντα πέντε του μόνο χρονιά, πεθαίνει ο Αμεντέο Μοντιλιάνι (1884-1920). Καλλιτέχνης με μεγάλα χαρίσματα και ισχυρό σθένος, ο Μοντιλιάνι είναι γνωστός σε όλο τον κόσμο ως μία από τις πιο διάσημες προσωπικότητες της ιστορίας της ιταλικής τέχνης. Ωστόσο, εν ζωή, ο Μοντιλιάνι δεν ελήφθη πολύ στα σοβαρά, και έγινε γνωστός περισσότερο για τις υπερβολές παρά για το έργο του. Στην κηδεία του στο κοιμητήριο του Περ Λασέζ, όμως, πηγαίνουν πολλοί: Ο Πάμπλο Πικάσο, ο Αντρέ Ντερέν, ο Μπρανκούζι, ο Αντρέ Σάλομον, μόνο για να αναφέρουμε μερικούς. Εκείνος ο νεαρός καλλιτέχνης, με τον πρόωρο χαμό του, κεντρίζει την προσοχή του κοινού και της κριτικής. Μια προσοχή που με την πάροδο του χρόνου ξεπερνά τη λογική, μετατρέποντας τον Μοντί σε maudit (καταραμένο) και ανεβάζει κατακόρυφα την τιμή των έργων του.Στο να εξαπλωθεί η ιδέα του καταραμένου καλλιτέχνη, που καταστρέφει ό,τι αγγίζει, συμβάλλει επίσης ο θάνατος της αγαπημένης του συντρόφου, της Ζαν Εμπιτέρν, η οποία στον όγδοο μήνα της εγκυμοσύνης, αυτοκτονεί δύο μέρες μετά το θάνατο του συντρόφου της, αφήνοντας ορφανή την πρωτότοκη, μόλις δύο ετών, κόρη τους.

Ακόμη και σήμερα, είναι δύσκολο να ξεχωρίσουμε το αληθές από το ψευδές στην ιστορία του Μοντιλιάνι. Ο Μοντιλιάνι, μετά τον Φαν Χοχ, είναι πιθανότατα ο καλλιτέχνης γύρω από τον οποίο γεννήθηκαν οι περισσότεροι μύθοι και παραποιήσεις. Μύθοι που δημιουργήθηκαν με πρόθεση να εκμεταλλευτούν τις τραγικές περιστάσεις της ζωής και του θανάτου του. Η εικόνα που έχουμε γι’ αυτόν φαίνεται συχνά αντιφατική. Ο Μοντιλιάνι ήταν ευγενής και ευγενικός, διανοούμενος και εκλεπτυσμένος, αλλά την ίδια στιγμή, αφού έβγαλε τα ρούχα του αστού έβαλε αυτά του μποέμ, ήταν άτακτος, ορμητικός, δυσάρεστος, ανήσυχος ακόμη και οξύθυμος. Φαίνεται ότι είχε εκπαραθυρώσει ακόμη και μια από τις ερωμένες του. Αν η φίλη του, Λουίνα Τσεκόφσκα, τον περιγράφει ως «έναν νεαρό πανέμορφο, με ένα μεγάλο μαύρο τσόχινο πανωφόρι, ένα γκρι βελούδινο κοστούμι, ένα κόκκινο κασκόλ», άλλοι σύγχρονοί του τον περιγράφουν ως ένα νέο χλωμό, έναν κακομαθημένο ταραξία, έναν ξεπεσμένο αριστοκράτη.

«Υπήρχε το βάρος ενός είδους κατάρας σε αυτόν τον ευγενέστατο νέο. Ήταν όμορφος. Το αλκοόλ και η κακοτυχία του επέβαλαν έναν υψηλότατο φόρο τιμής», θα γράψει γι’ αυτόν ο Ζαν Κοκτώ. Ένα πράγμα, ωστόσο, είναι βέβαιο: όλα όσα δεν κατάφερε να αποκτήσει στη ζωή ο Μοντιλιάνι, τα κατόρθωσε μετά τον θάνατό του: επιτυχία, τιμές και αναγνώριση των κριτικών.

Amedeo Modigliani Chaim Soutine 1917 National Gallery of Art WashingtonΗ ζωή του καλλιτέχνη χαρακτηρίζεται από στιγμές όχι εύκολες. Είναι το πιο μικρό από τα τέσσερα παιδιά μιας εβραϊκής καλλιεργημένης, μα φτωχοποιημένης οικογένειας. Η παιδική του ηλικία είναι πολυτάραχη, συγκλονίζεται από τις οικονομικές δυσκολίες της οικογένειας και την εύθραυστη υγεία. Ο Ντέντο, όπως συνηθίζουν να αποκαλούν στο σπίτι τον Αμεντέο, δύο φορές κινδυνεύει να πεθάνει πριν τα δεκαεπτά του χρόνια, χτυπημένος πρώτα από μια σοβαρή πλευρίτιδα και μετά από φυματίωση. Ο καλλιτέχνης θα υποφέρει, επίσης, όπως άλλα μέλη της οικογένειάς του, από μανία καταδίωξης εκδηλώνοντας «μια επιθετική και βίαιη πικρία την οποία η κατάχρηση του αλκοόλ και των ναρκωτικών δεν αρκεί για να εξηγήσει».

«Ο χαρακτήρας του παιδιού – γραφεί ανήσυχη η μαμά Ευγενία τα πρώτα χρόνια ζωής του γιου – είναι ακόμη τόσο λίγο διαμορφωμένος που δεν ξέρω τι ακριβώς να σκεφτώ γι’αυτό. Συμπεριφέρεται όπως ένα χαμίνι, αλλά δεν του λείπει η εξυπνάδα. Πρέπει να περιμένουμε και να δούμε τι κρύβεται σε αυτό το μικρό. Ένας καλλιτέχνης, ίσως;».

Στην πραγματικότητα, ο μικρός Μοντιλιάνι κατάλαβε αμέσως ότι ήθελε να είναι ένας καλλιτέχνης. Στα δώδεκα αρχίζει να κάνει τα πρώτα αυθόρμητα σχέδια και στη συνέχεια εγγράφεται στην Ακαδημία Τέχνης του Λιβόρνο. Στα είκοσι δύο, μετά την μαθητεία στο εργαστήρι του Γκουλιέλμο Μικέλι, πρώτου μαθητή του Τζοβάνι Φατόρι, και αφού διέμεινε σε μερικές πόλεις τέχνης όπως η Φλωρεντία και η Βενετία, ο Μοντιλιάνι φτάνει στο Παρίσι σε αναζήτηση της τύχης του. 

ModiglianiΕίναι το 1906 και το Παρίσι είναι η πρωτεύουσα των τεχνών: πολλοί καλλιτέχνες μετακομίζουν στην πόλη γνωρίζοντας ότι μόνο εκεί, αναμεσά στην Μονμάρτη και στο Μονπαρνάς, μπορεί κανείς να ασχοληθεί με την τέχνη. Το Παρίσι είναι ένας αναβρασμός καινοτομίας: μετρά 2,73 εκατομμύρια κάτοικους και οι λεωφόροι του Χάουσμαν είναι πόλος έλξης και καμάρι για όλους τους Παριζιάνους. Επιπλέον, πριν από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, η πόλη ζει έναν τέλειο συνδυασμό καλλιτεχνών, αγοραστών, κριτικών και κοινού. Η γοητεία της Ville Lumière είναι αξεπέραστη, με υπόγειο σιδηρόδρομο και νυχτερινά μαγαζιά. Ο Μοντιλιάνι ζει στο έπακρο αυτό το πολιτιστικό κλίμα, ξεχωρίζοντας για ένα πολύ προσωπικό στιλ και μια ζωή χωρίς κανόνες. Είναι εδώ που ο καλλιτέχνης κατανοεί πως η μοντέρνα τέχνη γεννιέται από τον Πωλ Σεζάν και με τον Ρουμάνο φίλο του Κωνσταντίν Μπρανκούζι γνωρίζει την γλυπτική. Αφιερώνει έτσι τα επόμενα χρόνια στην παραγωγή γλυπτών πριμιτίφ στιλ σκαλίζοντας κυρίως κεφαλές σε ασβεστόλιθο.

Το 2010, μια Κεφαλή του, δημιουργημένη μεταξύ του 1910 και του 1912 θα πωληθεί από τον Οίκο Christie’s στη Γαλλία για σαράντα ένα εκατομμύρια ευρώ, καταρρίπτοντας κάθε ρεκόρ τιμής σε γαλλική δημοπρασία.

Ο Μοντιλιάνι, ωστόσο, συνειδητοποιεί ότι η αναζήτησή του δε μπορεί να αγνοήσει το χρώμα και έτσι, από το 1914, αρχίζει ξανά να κάνει ελαιογραφίες. Η δική του είναι μια ζωγραφική της αντίθεσης και του συναισθήματος, πρόθεση της οποίας είναι συχνά η επικοινωνία μιας έκφρασης συναισθηματικής και προσωπικής. «Αυτό που ψάχνω – δηλώνει ο καλλιτέχνης – δεν είναι ούτε η πραγματικότητα ούτε η μη πραγματικότητα, αλλά το ασυνείδητο, το μυστήριο του ενστίκτου στο ανθρώπινο γένος».

Στα ζωγραφικά έργα, πολλά από τα οποία προσωπογραφίες φίλων και κάποια γυναίκεια γυμνά, το χρώμα είναι μια μάζα εμποτισμένη με φως, οι μορφές ασύμμετρες, τα πρόσωπα λοξά. Ο Μοντιλιάνι με το πινέλο θέλει να αποκαλύψει την ψυχολογία του μοντέλου, με μια προσέγγιση έντονα πνευματική. Το ζωγραφικό του έργο είναι εξαιρετικά αυτόνομο, με προσωπικό ποιητικό όραμα, τόσο που ορίζεται ως ένας απομονωμένος και μοναχικός καλλιτέχνης. «Η κυματιστή γραμμή του – γράφει ο φίλος του Κοκτώ – συχνά τόσο αμυδρή και λεπτή που μοιάζει το φάντασμα μιας γραμμής, προχωρά με την ευλυγισία και τη χάρη μιας σιαμέζας γάτας και δεν διατρέχει ποτέ τον κίνδυνο να φανεί υπερβολικά παχιά ή χοντροκομμένη. Δεν ήταν ο Μοντιλιάνι που παραμόρφωνε και επιμήκυνε τους αγκώνες, δεν ήταν αυτός που έδειχνε την ασυμμετρία τους, που τους αφαιρούσε το ένα μάτι, που τους επιμήκυνε τον λαιμό. Όλο αυτό συνέβαινε μέσα στην καρδιά του. Έτσι μας έβλεπε αυτός, έτσι μας αγαπούσε, μας ένιωθε, διαφωνούσε ή καυγάδιζε μαζί μας».

Ο Μοντιλιάνι υποβάλλει όλα τα μοντέλα του στην τεχνοτροπία του, ορίζοντας τις μορφές μέσα σε περιγράμματα που μοιάζουν. Οι πίνακες του καλλιτέχνη ζουν από την τέλεια πνευματική ενότητα ανάμεσα στον ζωγράφο και το μοντέλο του.

Modigliani Gymno 1917Η 3η Δεκεμβρίου 1917, είναι μια σημαντική ημερομηνία για τον Μοντιλιάνι. Εγκαινιάζει στην γκαλερί της Berthe Weill την πρώτη (και μοναδική) ατομική του έκθεση, η οποία πραγματοποιήθηκε χάρη και στην υποστήριξη του μαικήνα του, Λεοπόλντ Ζμπορόφσκι. Ο καλλιτέχνης παρουσιάζει για την περίσταση περίπου τριάντα έργα, συμπεριλαμβανομένων σχεδίων και πινάκων ζωγραφικής, πολλά από τα οποία είναι γυμνά μεγάλης κλίμακας. Τα γυμνά του Μοντιλιάνι τραβούν την προσοχή του ευρέος κοινού και, σύντομα, πλήθος κόσμου συρρέει στην γκαλερί. Πάρα πολλοί περίεργοι που θέλανε να δουν εκείνα τα γυμνά, ώστε γέμισαν τον δρόμο με κόσμο.

Για την εποχή ήταν ένα πραγματικό σκάνδαλο, μάλιστα με την αστυνομία να διατάζει την γκαλερίστα να «απομακρύνει αυτά τα σκουπίδια» - γιατί – Αυτά τα γυμνά έχουν τρίχες στο εφήβαιο!*». Τα μη ακαδημαϊκά γυμνά του Μοντιλιάνι, ωστόσο, βρίσκουν τον δρόμο τους στα αριστουργήματα της ιταλικής Αναγέννησης: στον Μποτιτσέλι, τον Τζιορτζιόνε, τον Τιτσιάνο. Ο καλλιτέχνης ανατρέχει σε εποχές  οπού μια γυμνή Αφροδίτη δεν παρουσιάζεται σε στάσεις που ορίζουν κανόνες. Αλλά το 1917, η επιλογή του Μοντιλιάνι δεν εκτιμήθηκε από τις αρχές που αποφασίζουν να λογοκρίνουν και να κατασχέσουν τα έργα του. Ένα σκληρό χτύπημα για τον Μοντί, που με την τέχνη του φιλοδοξούσε να φτάσει το ιδανικό και την αγνότητα, παρεξηγημένος, κατηγορήθηκε για προκλητική τέχνη.

Σε απόσταση σχεδόν ενός αιώνα (το 2015) ωστόσο, ένα από εκείνα τα γυμνά που δημιουργήθηκαν το ’17 για τον Σμπορόφσκι, το Ξαπλωμένο γυμνό με ανοιχτά χέρια, θα πουληθεί στην δημοπρασία του Οίκου Christie’s στην Νέα Υόρκη για 170 εκατομμύρια δολάρια, και θα γίνει ένα από τα πιο ακριβοπληρωμένα έργα τέχνης όλων των εποχών.

Modigliani KefaliΤο 1917 είναι για τον Μοντιλιάνι ένα έτος σημαντικό και για ένα άλλο γεγονός: τη συνάντησή του με εκείνη που θα είναι ο έρωτας της ζωής του, την Ζαν Εμπιτέρν. Και εκείνη είναι καλλιτέχνιδα, προέρχεται από μια καθολική αστική οικογένεια που θα βάζει πάντα εμπόδια στην σχέση της με τον Εβραίο ζωγράφο.

Οι δύο τους συναντιούνται στην Ακαδημία Κολαρόσι, την μοναδική που επιτρέπει στις μαθήτριες να ζωγραφίζουν ανδρικά γυμνά. Ο Μοντί και η Ζαν ερωτεύονται και αυτή γίνεται το κύριο καλλιτεχνικό του υποκείμενο. Ο ζωγράφος υποβάλλει πλήρως τη νεαρή γυναίκα στο δικό του στιλ, σαν να ήταν ένα και το αυτό, εισάγοντας νέα και πιο παλλόμενα χρώματα, που χρησιμοποιούνται συχνά σε αντίθεση μεταξύ τους. Η ένωση των δύο είναι τόσο πολύ δυνατή που η γυναίκα, δύο μέρες μετά τον θάνατο στου ζωγράφου, βάζει τέλος στη ζωή της πέφτοντας από ένα παράθυρο του πατρικού της σπιτιού στον πέμπτο όροφο. Πεθαίνει ακαριαία.

Με τον τόσο δραματικό θάνατο των δύο νεαρών εραστών, η ζωή και το έργο του Μοντιλιάνι αρχίζουν να εγείρουν όλο και περισσότερο ενδιαφέρον, μέσα σε ένα κράμα θρύλων που βλέπουν στον καλλιτέχνη την καταραμένη και χωρίς κανόνες ιδιοφυΐα.

Εκατό χρόνια μετά τον θάνατό του, εμείς, οι παρατηρητές του 21ου αιώνα, θα μπορούσαμε να ξεπεράσουμε τον μύθο του Μοντιλιάνι και να του αποδώσουμε τη σωστή αξία. Μια αξία που πρέπει να αφορά πρωτίστως την καλλιτεχνική του έκφραση. Περισσότερο από καταραμένος, ο Μοντιλιάνι υπήρξε ένας άνθρωπος ελεύθερος, που διψούσε για ανεξαρτησία, ικανός να βρει τον δρόμο του με αυτονομία και πείσμα, παρά τις επισφαλείς συνθήκες τόσο της υγείας όσο και της οικονομικής του κατάστασης.

«Η λειτουργία της τέχνης», θα πει ο καλλιτέχνης, «είναι να μάχεται ενάντια στα κατεστημένα». Μια δήλωση που τον τοποθετεί ανάμεσα στους μεγάλους αντιρρησίες της τέχνης, όπως για παράδειγμα ο Ντυσάν. Το εκλεπτυσμένο και κομψό στυλ του κρύβει μέσα του μια διάθεση αμφισβήτησης που «με λίγα λόγια κρύβει μια δόση απογοήτευσης για αυτό που έμοιαζε, εκείνα τα χρόνια, ως η υποχώρηση των μεγάλων επαναστατών και η μετατροπή του Κυβισμού σε ένα νέο κατεστημένο». (Τζούλιο Κάρλο Αργκάν).

    

Info

Cento anni dopo Modi, της Κριτικού Τέχνης Francesca Gentili

Αναρτήθηκε 28 Ιανουαρίου του 2020, με αφορμή τη συμπλήρωση των 100 χρόνων από τον θάνατο του Αμεντέο Μοντιλιάνι στο Patria Indipendente

Μετάφραση από τα ιταλικά Γιώτα Χρήστου